Πατριαρχική Ψαλτική Παράδοση

Το Πατριαρχικό ύφος, ήτο τεθησαυρισμένον μετά την άλωση εν τοις μουσικοίς χοροίς του Πατριαρχείου Κων/πόλεως, ένθα εξαιρετικώς διέλαμπε.  Και τούτο διότι εν τη Μεγάλη Εκκλησία κατά πάσαν σχεδόν εποχή υπήρχαν οι επιφανέστεροι των μουσικών, οίτινες διαδοχικώς παραλαμβάνοντες διατηρούν πάντοτε γνήσιο και ανόθευτο σχετικώς το λεγόμενο πατριαρχικό ύφος, το ενσταλάζον βάλσαμο, όπερ αναντιρρήτως υπάρχει το σκοπιμώτερον τέλος της ιεράς υμνωδίας. Το Πατριαρχείο Κων/πόλεως όπως διεκράτησεν ανόθευτο την παρακαταθήκη των  ιερών  δογμάτων, ούτω  διετήρησεν ανόθευτο μετά την άλωση και το μουσικό ύφος.  Ο δε πατριαρχικός ναός εχρησίμευεν ως διδασκαλείον του ύφους, της γνησιωτέρας απαγγελίας των εκκλησιαστικών μελών.

Τη διατήρηση του ύφους και της εκτέλεσης της Βυζαντινής Μουσικής μέσα στον  πατριαρχικό  Ναό μας αποδεικνύει ακόμη και σήμερα η ψαλμωδία που εκτελείται  μ έ σ α  εκεί, γιατί είναι η πιο συντηρητική από κάθε άλλο ναό.  Αυτό φαίνεται πολύ εύκολα αν ακούσει κανείς με προσοχή τους τελευταίους δίσκους των πατριαρχείων «Τα πάθη τα σεπτά» και «Τους Χαιρετισμούς με την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως».  Εις το φυλλάδιο δε που συνοδεύει τους δίσκους ο μουσικολόγος Δρ. Γρηγόριος Στάθης αναφέρει: « … η προτίμηση των μελών εκείνων που η λειτουργική πράξη καθιέρωσε σαν τα δοκιμώτερα μέσα για την μυσταγώγηση των πιστών, καθιστούν την Ψαλτική στο Οικουμενικό Πατριαρχείο υποδειγματική λατρευτική μουσική.  Η ευρυθμία, η απλότητα, η λιτότητα, είvαι χαρίσματα για την εκκλησιαστική ψαλμωδία.  Η μουσική αυτή σε αγγίζει, σε κατανύγει, σε εκφράζει.  Είναι η μουσική αυτή από τα σπλάχνα της Ορθοδοξίας, που μπορείς στις φτερούγες των ήχων της να αφήσεις τη δέηση σου ή τη δοξολογία σου, τη θλίψη σου ή τη χαρά σου για να ανεβούν στον ουρανό.  Πρέπει ακόμα να σημειωθεί εδώ ότι η μουσική σαν συγκεκριμένη σύνθεση ή προσωπική δημιουργία, των μελών της Μ. Εβδομάδος είναι τα κατά παράδοση «εκκλησιαστικόν ύφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας» όπως επιβλήθηκε στο Β’ ήμισυ του ΙΗ’ αιώνα απ’ τους μεγάλους μελουργούς Πέτρο Λαμπαδάριο τον Πελοποννήσιο, Ιάκωβο Πρωτοψάλτη και Πέτρο Βυζάντιο και ολοκληρώθηκε από  τον Γρηγόριο Πρωτοψάλτη.  Στην ασματική αυτή παράδοση έχουμε μία συνύπαρξη βυζαντινών και μεταβυζαντινών μελών.  Μια σειρά μεγάλων Πρωτοψαλτών της Μ. Εκκλησίας, από το 1821 και δώθε, δηλαδή ο Κων/νος Βυζάντιος, Γεώργιος Ραιδεστηνός Β’, Γεώργιος Βιολάκης, Ιάκωβος Ναυπλιώτης, Κωνσταντίνος Πρίγγος και Θρασύβουλος Στανίτσας διαμόρφωσαν με καλλωπισμούς την παράδοση αυτή που τελικά αποκρυσταλλώθηκε με την έκδοση του βιβλίου «Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς» του Κ. Πρίγγου. 

Η Βυζαντινή μουσική έχει μια ιδιαιτερότητα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.  Αυτή την ιδιαιτερότητα την εκφράζουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ο Πρωτοψάλτης και ο Λαμπαδάριος μαζί με του βοηθούς τους, oι οποίοι είναι φορείς μιας αδιάκοπης παραδόσεως.  Εκείνο που πιο πολύ τους ενδιαφέρει είναι όχι τόσο να ευχαριστήσουν το εκκλησίασμα, αλλά να βοηθήσουν στη δημιουργία μιας κατανυκτικής ατμόσφαιρας μέσα στο ναό, και είναι να μη ταράξουν κάτι από αυτά που βρήκαν παραδεδομένα.  Επίσης ένα στοιχείο που πρέπει να τονισθεί είναι οτι μερικά ψάλματα που είναι καθιερωμένα από παλιά να ψάλλωνται έτσι, συνεχίζουν και ψάλλωνται κατά τον ίδιο και αμετάβλητο τρόπο, κάτι που δεν μπορεί να το συναντήσει κανείς έξω από το Οικ. Πατριαρχείο, στις άλλες εκκλησίες.